Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2008

Άρθρο Ντίνας Κακάλη στην Αυγή (18/7/2008)

Σαν κεραυνός εν αιθρία έπεσε τους προηγούμενους μήνες η απόφαση του Υπουργείου Παιδείας να εξαιρεθούν οι Ακαδημαϊκές Βιβλιοθήκες από τη χρηματοδότηση του ΕΣΠΑ 2008 –2013. Η απόφαση αυτή δικαιολογήθηκε ως εξής: οι δαπάνες για την κάλυψη των πάγιων και λειτουργικών εξόδων των βιβλιοθηκών κρίθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως μη επιλέξιμες για συγχρηματοδότηση. Παρά τις προηγούμενες διαβεβαιώσεις και προετοιμασίες από μεριάς των βιβλιοθηκών να οργανώσουν τις προτάσεις τους στο Δ΄ΚΠΣ, αλλά και την έντονη διαμαρτυρία από το σύνολο της πανεπιστημιακής κοινότητας, δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική απάντηση από μεριάς του Υπουργείου αρκετούς μήνες μετά. Η απόφαση αυτή ανέδειξε μια σειρά από ζητήματα εκ των οποίων τα πιο σημαντικά σίγουρα είναι η εργασιακή ομηρία κάποιων εκατοντάδων εργαζομένων και βέβαια η αμφίβολη συνέχιση του έργου των βιβλιοθηκών.
Ακόμα και αν κάποια υπό-έργα μπορεί να ενταχθούν στον κρατικό προϋπολογισμό όπως η προμήθεια των περιοδικών, η λειτουργία των βιβλιοθηκών υπονομεύεται από την έλλειψη προσωπικού, καθώς αυτή θα είναι η βασική συνέπεια της απώλειας της χρηματοδότησης από κοινοτικά κονδύλια. Διότι οι βιβλιοθήκες αλλά και οι χρήστες τους το γνωρίζουν καλά ότι ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί η βιωσιμότητα των έργων που με κόπο και μεράκι αναπτύχθηκαν το προηγούμενο διάστημα είναι η συνέχιση της απασχόλησης του προσωπικού, που είτε οργάνωσε τις υπηρεσίες αυτές είτε τις στελέχωσε. Για παράδειγμα πολλές ψηφιακές βιβλιοθήκες, που στην ουσία είναι τα ιδρυματικά καταθετήρια της γκρίζας βιβλιογραφίας (διατριβές, μεταπτυχιακές εργασίες και δημοσιεύσεις μελών της κάθε πανεπιστημιακής κοινότητας), οργανώθηκαν και στελεχώθηκαν από τη νέα γενιά των συμβασιούχων αυτών, όπως επίσης και η υποστήριξη της πρόσβασης για άτομα ΑμεΠΟ (φοιτητές με προβλήματα μερικής ή ολικής όρασης), μια πρωτοπόρα για τα ελληνικά δεδομένα προσπάθεια.
Οι εργαζόμενοι αυτοί, στη πλειοψηφία τους, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων και χωρίς να είναι της δικής τους επιλογής, έχουν συμβάσεις έργου. Όλοι όμως γνωρίζουμε ότι είναι αναγκαία η καθημερινή παρουσία τους στο χώρο εργασίας, καλύπτοντας ουσιαστικά πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Το οξύμωρο βέβαια είναι ότι στα ιδρύματα οι μόνιμες θέσεις βιβλιοθηκονόμων είναι ελάχιστες, για παράδειγμα: οι θέσεις που προβλέπονται από τον οργανισμό του Παντείου Πανεπιστημίου (Π.Δ.381/1998) είναι μόλις επτά (7) για τη Διεύθυνση Βιβλιοθήκης και μάλιστα τρεις (3) από αυτές είναι θέσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης βιβλιοθηκάριων. Ενώ σήμερα με διαφορετικές συμβάσεις εργασίας (μόνιμοι, αορίστου χρόνου, ειδικό τεχνικό προσωπικό, συμβασιούχοι έργου) εργάζεται στις βιβλιοθήκες πολύ μεγαλύτερος αριθμός ατόμων.
Κανένας σχεδόν στο χώρο τον ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών δεν μπορεί να αιτιολογήσει την τόση μεγάλη καθυστέρηση στην έννομη ρύθμιση της οργάνωσης τους. Και ενώ με βάση το γνωστό νόμο – πλαίσιο : «σε κάθε Α.Ε.Ι. ιδρύεται ενιαία Βιβλιοθήκη για την εξυπηρέτηση των σκοπών της έρευνας και της διδασκαλίας που λειτουργεί ως αυτοτελής και αποκεντρωμένη υπηρεσία και αποτελείται από: α) την Κεντρική Βιβλιοθήκη του Α.Ε.Ι. β) τις Βιβλιοθήκες Τμημάτων»[1], δεν έγινε ποτέ το Π.Δ., που στο ίδιο άρθρο αναφέρεται ότι θα εκδοθεί και θα ρυθμίσει τις αρμοδιότητες των Βιβλιοθηκών, όσον αφορά τη διοίκησή τους, καθώς και τα ζητήματα σε σχέση με το προσωπικό και την εξέλιξή τους. Σαν αποτέλεσμα αυτού είναι η ανυπαρξία τμημάτων, αλλά και επίσημης οργανωτικής δομής στις ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες, που στελεχώθηκαν τα τελευταία χρόνια από τις χρηματοδοτήσεις των προγραμμάτων του Β΄ και Γ΄ ΚΠΣ. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο νόμος 3404/2005 με το άρθρο 16 παρέπεμπε το ζήτημα αυτό στους εσωτερικούς κανονισμούς των ιδρυμάτων, γνωρίζοντας όμως καλά ότι θέματα, όπως ο αριθμός θέσεων και η διοικητική διάρθρωση, είναι ζητήματα των οργανισμών των ιδρυμάτων. Ο νέος πρότυπος εσωτερικός κανονισμός που εισηγήθηκε πριν από κάποιους μήνες το Υπουργείο έρχεται σε αντιδιαστολή με τον παραπάνω νόμο και δεν λύνει κανένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, αντίθετα αποδεικνύει ότι τουλάχιστον τα αντίστοιχα άρθρα έγιναν μακριά από τις σύγχρονες ανάγκες τους.
Τα τελευταία χρόνια είναι αλήθεια ότι οι πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες άλλαξαν όψη, παρουσιάζοντας ένα πολύπλευρο έργο διεθνών προδιαγραφών και βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας γιγαντιαίας προσπάθειας στον τομέα της διαχείρισης, πρόσβασης και παραγωγής της επιστημονικής γνώσης.
Σε επίπεδο οριζόντιας δράσης, ανέπτυξαν κοινοπραξία που κατάφερε μια σειρά από έργα όπως την πρόσβαση σε ένα αξιόλογο αριθμό επιστημονικών περιοδικών, την ανάπτυξη κοινών προτύπων, συλλογικού καταλόγου και ενοποιημένης αναζήτησης, μονάδα ολικής ποιότητας για τη συγκέντρωση και ανάλυση των στατιστικών στοιχείων. Το πιο σημαντικό όμως η επίτευξη της συνεργασίας μεταξύ των βιβλιοθηκών των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ίσως όχι της ιδεατής αλλά ικανής να φέρει τα παραπάνω αποτελέσματα.
Σε επίπεδο κάθετων δράσεων, εκάστης βιβλιοθήκης, αυτοματοποίησαν την αναζήτηση στις συλλογές τους, ανάπτυξαν υπηρεσίες πληροφόρησης στους χρήστες, οργάνωσαν εκπαιδευτικά σεμινάρια, δημιούργησαν θεματικές πύλες και ψηφιακές βιβλιοθήκες, ή ψηφιοποίησαν αρχειακό υλικό και ανάπτυξαν σε διεθνές και εθνικό επίπεδο υπηρεσίες διαδανεισμού. Πρωτοπόρες βιβλιοθήκες κατάφεραν τα επιτεύγματα αυτά να αναπτυχθούν εξολοκλήρου από το προσωπικό των Βιβλιοθηκών τους, ή ακόμα χρησιμοποίησαν νέα λογισμικά που οι ίδιες ανέπτυξαν, ή βασίστηκαν σε λογισμικά ανοικτού κώδικα.
Έτι περαιτέρω ο αποκλεισμός των βιβλιοθηκών από αυτές έστω, τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις χωρίς εναλλακτικό σχέδιο, βάζει την ταφόπλακα στις πολύχρονες προσπάθειες που καταβλήθηκαν για να μπορούμε σήμερα να μιλάμε για σύγχρονες Ακαδημαϊκές Βιβλιοθήκες. Η φιλοσοφία, που αντιμετώπιζε τις βιβλιοθήκες ως πολυσυλλεκτικούς οργανισμούς για την πρόσβαση και την διάχυση της γνώσης και ακόμη περισσότερο της πληροφορίας, αντιστρέφεται για να επιστρέψουμε και πάλι στη λογική των βιβλιοθηκών, που επιτελούν τον ρόλο αποθήκης αραχνιασμένων βιβλίων.
Το σημαντικότερο ζήτημα που αναδεικνύει αυτό το πρόβλημα είναι η επιβεβαίωση ότι δε μπορεί να στηρίζεται η ανάπτυξη θεσμών στρατηγικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης, όπως είναι οι βιβλιοθήκες, σε ευρωπαϊκά κοινοτικά προγράμματα. Η προσκόλληση στα ευρωπαϊκά προγράμματα αντικατοπτρίζει την επικρατούσα αντίληψη, που αντιμετωπίζει τις βιβλιοθήκες ως μια περιττή πολυτέλεια και όχι ως αναπόσπαστο κομμάτι της αέναης εκπαιδευτικής, ερευνητικής και βεβαίως πολιτισμικής επένδυσης μιας ανεπτυγμένης κοινωνίας. Αποδεικνύει δε, την αποσπασματική και πρόχειρη αντιμετώπιση από πλευράς της πολιτείας, ενός κοινωνικού αγαθού υψίστης σημασίας, που στις σύγχρονες κοινωνίες αποτελεί δείκτη ανάπτυξης, ευημερίας αλλά και δημοκρατίας. Προσαρμόζοντας τις διατυπώσεις του ποιητή, δοκιμιογράφου και επαγγελματία βιβλιοθηκονόμου Jorge Luis Borges μπορούμε να πούμε ότι : η βιβλιοθήκη είναι καθρέφτης της κατάστασης των πανεπιστημιακών πραγμάτων και πνευμάτων μας, είναι το γνωσιολογικό σύμπαν μας και συνάμα η μνήμη του κόσμου μας, έτσι όπως συλλογικά τη κατασκευάζουμε.

Ντίνα Κακάλη
Προϊσταμένη Διεύθυνσης
Της Βιβλιοθήκης και Υπηρεσίας Πληροφόρησης
Παντείου Πανεπιστημίου

[1] Ν 1268/82 άρθρο 7

Δεν υπάρχουν σχόλια: